Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2015

Περί θανάτου


"Στη γλώσσα της φύσης, ο θάνατος είναι συνώνυμος με την εκμηδένιση, και το ότι ο θάνατος είναι σοβαρή υπόθεση, προκύπτει αυταπόδεικτα από το γεγονός ό,τι, όπως όλοι ξέρουμε, η ζώη δεν είναι καθόλου αστεία. Πράγματι, αυτά τα δύο μας ταιριάζουν γάντι.
Ο φόβος του θανάτου είναι ανεξάρτητος από κάθε γνώση, αφού χαρακτηρίζει και τα ζώα, τα οποία αγνοούν την ύπαρξη του θανάτου. 'Ολα τα πλάσματα γεννιούνται με αυτόν τον a priori φόβο, ο οποίος, ωστόσο, δεν είναι παρά η άλλη όψη της θέλησης για ζώη, με την οποία ταυτιζόμαστε όλοι. 'Αρα για κάθε ζώο ο φόβος της ίδιας του της καταστροφής, όπως άλλωστε και το ένστικτο της αυτοσυντήρησης,  είναι έμφυτος. Αυτός ακριβώς ο φόβος του θανάτου, και όχι απλά και μόνο η αποφυγή του πόνου, κρύβεται πίσω από τη σχολαστική επαγρύπνηση με την οποία το ζώο προσπαθεί να προστατεύσει τον εαυτό του, και ακόμη περισσότερο τα ομοειδή του, απ' όποιον θα μπορούσε να γίνει επικίνδυνος. Γιατί απομακρύνονται τα ζώα, γιατί τρέμουν και προσπαθούν να κρυφτούν; Απλούστατα γιατί αποτελούνται από καθαρή θέληση για ζωή, άρα ο φόβος του θανάτου είναι έμφυτος σ' αυτά, γι' αυτό και προσπαθούν να κερδίσουν χρόνο. Από τη φύση του ο άνθρωπος είναι ακριβώς το ίδιο. Το μεγαλύτερο κακό, η χειρότερη απειλή γι' αυτόν, είναι ο θάνατος, η μεγαλύτερη αγωνία είναι η αγωνία του θανάτου."

Σοπενάουερ Α. (2012), Περί θανάτου, μτφρ. Λ. Καρατζάς, εκδ. Γνώση, Αθήνα, σελ 35-36.

Κοιλάδα των Μουσών


Οινόη Βοιωτίας





Ο αρχαιολογικός χώρος των Ελευθερών






Τρίτη, 8 Δεκεμβρίου 2015

Πλαταιές


Το τρόπαιο των Λεύκτρων



Θήβα










Ο Άγιος Βλάσιος της Άσκρης













ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙ
ΚΑΙΣΑΡΙ ΤΡΑΙΑΝΩ ΑΔΡΙΑΝΩ
ΣΕΒΑΣΤΩ
***ΣΤΗΡΙ ΚΑΙ ΚΤΙΣΤΗ
ΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΗΣ


  Η εκκλησία του Αγίου Βλασίου είναι αυτή του νεκροταφείου (κοιμητηριακός ναός), απέναντι από το χωριό. Ο χρόνος που κτίσθηκε δεν είναι γνωστός. Από τις αρχαίες πλάκες, στην είσοδο και τη νοτιοανατολική γωνία του ναού, φαίνεται ότι είναι βυζαντινή και μάλιστα της εποχής του Ιουστινιανού (6ος αιώνας μ.Χ.). Είναι Βασιλικού ρυθμού, με υπέροχες αγιογραφίες.
     Από μία προσεκτική ματιά στο τέμπλο, φαίνεται ότι ο ναός ήταν αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου και όχι στον Άγιο Βλάσιο. Η πλευρά, αριστερά της Ωραίας Πύλης έχει δύο εικόνες, ενώ η δεξιά τρεις αν και ο χώρος είναι ίδιος. Η επιπλέον δεξιά εικόνα είναι του Αγίου Βλασίου. Μία εξήγηση για αυτές τις διαφοροποιήσεις αποτελεί ενδεχομένως ότι ο ναός ήταν αρχικά αφιερωμένος στον Άγιο Βλάσιο, αλλά περί τα τέλη του 17ου αιώνα, όταν μετακινήθηκε το χωριό στην παρούσα θέση με το όνομα Παλαιοπαναγιά, χρησιμοποίησε την εκκλησία σαν ενοριακή, την μετονόμασε Κοίμηση της Θεοτόκου, για να αρμόζει με το όνομα του χωριού και άλλαξε την αγιογράφηση του τέμπλου, προσθέτοντας όμως την εικόνα του Αγίου Βλασίου δεξιά. Με την ανέγερση του νέου ενοριακού ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, το 1870, επανήλθε η κανονική ονομασία στον Άγιο Βλάσιο. Το γεγονός όμως ότι ο συνταγματάρχης Leake (1806) την αναφέρει ως Άγιο Βλάσιο, δεν αποκλείει το κτίσιμο της σημερινής εκκλησίας της Άσκρης, πάνω στα ερείπια κάποιας παλαιότερης. Το θέμα απαιτεί έρευνα. Ενδεχομένως να λειτουργούσε και ως Κοίμηση της Θεοτόκου και ως Άγιος Βλάσιος. Στην περίπτωση αυτή δικαιολογείται και ο ιδιαίτερος εορτασμός του Αγίου Βλασίου.
     Από τα επιχρίσματα που έχει δεν είναι δυνατόν να αναγνωρισθούν τυχόν χρησιμοποιηθέντα υλικά από αρχαίους ναούς, με εξαίρεση τις πλάκες που προαναφέρθηκαν και ανήκουν στην Ρωμαϊκή εποχή.

Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2015

Τα σ’ αγαπώ που άντεξαν

«Ξαναδιάβασα τα γράμματά σου από την αρχή. Σου γράφω «δύο λόγια αγάπης». Ένα πράγμα αισθάνομαι πως είναι το δυσκολότερο να σου δώσω να καταλάβεις: πόσο σε νιώθω, πόσο σε παρακολουθώ κι από μια σου λέξη ακόμη, όπως άλλοτε από ένα παίξιμο του χεριού σου. Τώρα που ξανακοίταξα όλα αυτά τα χαρτιά, βρίσκω πάντα ένα φόβο μήπως δε λες καλά ότι ήθελες να πεις, ένα δισταγμό μην τύχει και πεις πολλά, και προς το τέλος αρχίζεις κίολας να γράφεις και να σκίζεις. Άφησε, χρυσή μου, τον εαυτό σου, είναι τόσο χαριτωμένος έτσι όπως είναι, άφησέ τον να μην μιλήσει όπως ξέρει αυτός. Θα μου πεις: «Εσύ μήπως δεν κάνεις το ίδιο;» Κι αν το κάνω, δεν υπάρχει κανένας λόγος να με μιμηθείς. Το κάνω, άλλωστε, τόσο άσχημα. Αν έχεις απελπισία, δώσε μου την απελπισία σου, όπως μου δίνεις τόσες φορές τη χαρά σου. Δώσε μου ότι έχεις κι ότι μπορείς. Μα κατάλαβε, επιτέλους, πως δε γυρεύω τίποτε άλλο. Αν αργήσουμε τώρα να ιδωθούμε, θα πρέπει να προσπαθήσουμε μ΄ αυτά τα λίγα και γλίσχρα μέσα που έχουμε, μ’ αυτό το χαρτί που μαυρίζουμε, να είμαστε όσο μπορούμε πιο κοντά, όχι να αποχωριζόμαστε και να πληγώνει ο ένας τον άλλον. Έτσι νομίζω. Αν με θέλεις ακόμη, έλα, χρυσή μου, να τα λέμε όλα χωρίς, να σκεπτόμαστε ότι υπάρχουν πράγματα που δεν πρέπει. Ξέρεις, συλλογίζομαι ακόμη πως έτσι θα μπορούσαμε, όταν μας δοθεί να ιδωθούμε, να μην πούμε ούτε μια λέξη παρά να χαζεύει ο ένας τον άλλον. Και θα είναι τόσο ξεκουραστικό.
Καληνύχτα, αγάπη. Όλη τη μέρα σήμερα γύρευα τη στοργή σου.»
Τα σ’ αγαπώ που άντεξαν | Γ. Σεφέρης

Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2015

Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2015

Ο αρχαίος δήμος της Κοίλης









Ο αρχαίος δήμος της Κοίλης καταλάμβανε τα πρανή εκατέρωθεν της βαθιάς χαράδρας, που σχηματίζεται ανάμεσα στους λόφους Μουσών και της Πνύκας. Λειτουργώντας έτσι ως κεντρική οδική αρτηρία.

Χάρις στην πληροφορία του Ηρόδοτου ότι έναντι της Ακρόπολης, στην «διά Κοίλης οδό», ετάφη ο Ολυμπιονίκης Κίμων που ήταν πατέρας του Μιλτιάδης, γρήγορα ταυτίστηκε η ομώνυμη συνοικία και η οδός που τη διέσχιζε. Ο δήμος της Κοίλης, που συνόρευε στα βόρεια με το δήμο του Κολλυτού, προστατεύονταν από το Θεμιστόκλειο Τείχος. Γνώρισε περίοδο ακμής ιδιαίτερα στα κλασικά χρόνια. Με κύρια χαρακτηριστικά την πυκνότητα του οικισμού, την αγορά, και την υπερτοπικής σημασίας της «διά Κοίλης οδό». Η οδός εξυπηρετούσε το εμπόριο και τον ανεφοδιασμό της πόλης ιδιαίτερα σε περιόδους πολιορκίας. Ξεκινούσε από το λόφο της Ακρόπολης και μέσα από τα Μακρά Τείχη έφτανε στο λιμάνι του Πειραιά.