Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2016

Πέμπτη, 9 Ιουνίου 2016

“Crave” by Sarah Kane

“And I want to play hide-and-seek and give you my clothes and tell you I like your shoes and sit on the steps while you take a bath and massage your neck and kiss your feet and hold your hand and go for a meal and not mind when you eat my food and meet you at Rudy’s and talk about the day and type your letters and carry your boxes and laugh at your paranoia and give you tapes you don’t listen to and watch great films and watch terrible films and complain about the radio and take pictures of you when you’re sleeping and get up to fetch you coffee and bagels and Danish and go to Florent and drink coffee at midnight and have you steal my cigarettes and never be able to find a match and tell you about the the programme I saw the night before and take you to the eye hospital and not laugh at your jokes and want you in the morning but let you sleep for a while and kiss your back and stroke your skin and tell you how much I love your hair your eyes your lips your neck your breasts your arse your
and sit on the steps smoking till your neighbour comes home and sit on the steps smoking till you come home and worry when you’re late and be amazed when you’re early and give you sunflowers and go to your party and dance till I’m black and be sorry when I’m wrong and happy when you forgive me and look at your photos and wish I’d known you forever and hear your voice in my ear and feel your skin on my skin and get scared when you’re angry and your eye has gone red and the other eye blue and your hair to the left and your face oriental and tell you you’re gorgeous and hug you when you’re anxious and hold you when you hurt and want you when I smell you and offend you when I touch you and whimper when I’m next to you and whimper when I’m not and dribble on your breast and smother you in the night and get cold when you take the blanket and hot when you don’t and melt when you smile and dissolve when you laugh and not understand why you think I’m rejecting you when I’m not rejecting you and wonder how you could think I’d ever reject you and wonder who you are but accept you anyway and tell you about the tree angel enchanted forest boy who flew across the ocean because he loved you and write poems for you and wonder why you don’t believe me and have a feeling so deep I can’t find words for it and want to buy you a kitten I’d get jealous of because it would get more attention than me and keep you in bed when you have to go and cry like a baby when you finally do and get rid of the roaches and buy you presents you don’t want and take them away again and ask you to marry me and you say no again but keep on asking because though you think I don’t mean it I do always have from the first time I asked you and wander the city thinking it’s empty without you and want want you want and think I’m losing myself but know I’m safe with you and tell you the worst of me and try to give you the best of me because you don’t deserve any less and answer your questions when I’d rather not and tell you the truth when I really don’t want to and try to be honest because I know you prefer it and think it’s all over but hang on in for just ten more minutes before you throw me out of your life and forget who I am and try to get closer to you because it’s a beautiful learning to know you and well worth the effort and speak German to you badly and Hebrew to you worse and make love with you at three in the morning and somehow somehow somehow communicate some of the overwhelming undying overpowering unconditional all-encompassing heart-enriching mind-expanding on-going never-ending love I have for you.”

Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2016

«Ένας Θεσσαλονικιός Εβραίος του 3ου αι. μ.Χ.»

Η σαρκοφάγοι και οι βωμοί ήταν δύο από τους τύπους ταφικών μνημείων στη ρωμαϊκή Θεσσαλονίκη. Μεμονωμένα, στις πλευρές δρόμων ή ενταγμένα σε ιδιόκτητους περιβόλους, τους τόπους, μαζί με άλλα μνημεία, στήλες και αγάλματα παραμένουν ως ανάμνηση των αγαπημένων τους στο διηνεκές.

Σαρκοφάγος ονομάζεται η λίθινη θήκη στην οποία τοποθετούνταν το σώμα του νεκρού μαζί με τα κτερίσματα, τα αντικείμενα δηλ. που τον συνόδευαν στο μεταθανάτιο ταξίδι του. Στο εσωτερικό της θάβονταν συχνά δύο, τρία ή και περισσότερα μέλη της ίδιας οικογένειας.

Η λέξη σαρκοφάγος προέρχεται από ένα λίθο, τον lapis sarcophagus. Ο ρωμαίος συγγραφέα Πλίνιος μας πληροφορεί ότι ο λίθος αυτός είχε την ιδιότητα να λιώνει τα σώματα των νεκρών μέσα σε 40 ημέρες.


Στη Θεσσαλονίκη, όπως και σε άλλες ρωμαϊκές πόλεις της Μακεδονίας, υπήρχαν πολυάνθρωπες ελληνόφωνες εβραϊκές κοινότητες. Τα μέλη της κοινότητας θάβονταν στο ανατολικό νεκροταφείο, μαζί με τους εθνικούς και τους χριστιανούς. Η περιοχή φιλοξένησε εβραϊκούς τάφους και κατά τα οθωμανικά χρόνια, όταν χιλιάδες ισπανόφωνοι (Σεφαραδίτες) Εβραίοι εγκαταστάθηκαν εδώ στα τέλη του 15ου αιώνα, εκδιωγμένοι από τους βασιλείς της Ισπανίας.


Σύμφωνα με την επιγραφή, τη σαρκοφάγο αυτή αγόρασε ο Εβραίος Μάρκος Αυρήλιος Ιακώβ για τον ίδιο και τη γυναίκα του Άννα. Πρόκειται για τη μοναδική μέχρι τον  3ου αι. μ.Χ. για την ύπαρξη συναγωγής στη Θεσσαλονίκη.
 

 

Ιστορικοί τόποι νεκροταφείων Ευαγγελιστρίας, Αρμενίων και Προτεσταντών








 
 
Η περιοχή που εκτείνεται ακριβώς έξω από τα ανατολικά τείχη της πόλης και φτάνει μέχρι τον Κεδρηνό λόφο, τα λατομεία και το Αγίασμα του Αγίου Παύλου, είχε παραχωρηθεί από τους Τούρκους, πριν από αιώνες, στην Ορθόδοξη Ελληνική Κοινότητα για την ταφή των νεκρών της. Το 1875 η Κοινότητα παραχώρησε αυτό το χώρο στη Φιλόπτωχο Αδελφότητα, που η δραστηριότητά της χρονολογείται από το 1871. Παρά τις τότε δυσκολίες από μέρους των Τούρκων η Αδελφότητα ίδρυσε το Νεκροταφείο της Ευαγγελίστριας, έκτισε τον ομώνυμο ναό και περιέφραξε τμήμα της συνολικής έκτασης. Αργότερα οι Τουρκικές αρχές απέσπασαν αυθαίρετα διάφορα τμήματα από τη μεγάλη έκταση και τα παραχώρησαν, ένα στο ορφανοτροφείο Ισλά Χανέ, ένα για το Βουλγαρικό νεκροταφείο (που δεν διασώζονται) και ένα για την εγκατάσταση του Αρμενικού Νεκροταφείου. Σήμερα, στην ίδια αυτή περιοχή μεταξύ της οδού Ελ. Ζωγράφου και των τειχών και δίπλα στο μηχανουργείο Αξυλιθιώτη, αναπτύσσονται εκτός από το Αρμενικό και το νεκροταφείο των Προτεσταντών.

Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2016

Επιτάφιος για ένα σκύλο του Λόρδου Μπάιρον

Κοντά σε αυτό το Σημείο
κείτονται τα Λείψανα κάποιου
που είχε Ομορφιά χωρίς Ματαιοδοξία,
Δύναμη χωρίς Θράσος,
Τόλμη χωρίς Σκληρότητα
και όλες τις Αρετές του Ανθρώπου χωρίς τα Ελαττώματά του.
Ο Επαινος αυτός, που θα μπορούσε να είναι μια ανούσια Κολακεία
αν αναγραφόταν πάνω από ανθρώπινες στάχτες,
δεν είναι παρά ένας δίκαιος φόρος τιμής στη Μνήμη του
ΜΠΟΟΥΣΟΝ, ενός ΣΚΥΛΟΥ,
που γεννήθηκε στη Νέα Γη, τον Μάιο, 1803
και πέθανε στο Αββαείο του Νιούστεντ, στις 18 Νοεμβρίου, 1808.
Οταν κάποιος περήφανος Γιος του Ανθρώπου επιστρέφει στη γη,
άγνωστος στη Δόξα, αλλά δικαιωμένος από τη Γέννησή του,
η τέχνη του γλύπτη εξαντλεί τη μεγαλοπρέπεια της θλίψης
και οι χιλιοτραγουδισμένες υδρίες μαρτυρούν για εκείνους που αναπαύονται
από κάτω.
Οταν όλα έχουν τελειώσει, πάνω στο Μνήμα βλέπει κανείς
όχι αυτό που ήταν, αλλά αυτό που θα 'πρεπε να είναι:
Αλλά ο φουκαράς ο Σκύλος, ο πιο πιστός φίλος στη ζωή,
πρώτος να καλωσορίσει, πρώτος απ' όλους να υπερασπιστεί,
που η άδολη καρδιά του ανήκει ακόμα στον Κύριό του,
που μοχθεί, παλεύει, ζει, αναπνέει μόνο γι' αυτόν,
πέφτει χωρίς δόξα, χωρίς να αναγνωριστεί όλη η αξία του -
και αμφισβητείται στον Ουρανό η Ψυχή που είχε στη γη:
ενώ ο άνθρωπος, ματαιόδοξο έντομο! ελπίζει να συγχωρεθεί
και απαιτεί για τον εαυτό του τη μοναδική αποκλειστικότητα του Ουρανού.
Ω άνθρωπε! εσύ, αδύναμε ένοικε μιας ώρας,
εξευτελισμένος από τη δουλεία, ή διεφθαρμένος από την εξουσία
-η αγάπη σου είναι λαγνεία, η φιλία σου όλη μια απάτη,
η γλώσσα σου υποκρισία, τα λόγια σου ένα ψέμα!
Από τη φύση σου αχρείος, εξευγενισμένος μόνο κατ' όνομα,
κάθε ευγενικό ζώο μπορεί να σε κάνει να κοκκινίσεις από ντροπή.
Εσύ, που τυχόν θα δεις αυτήν την απλή υδρία,
προσπέρνα - δεν τιμάει κάποιον που θα 'θελες να θρηνήσεις.
Για να σημαδέψει τα λείψανα ενός φίλου αυτές οι πέτρες έχουν υψωθεί·
δεν γνώριζα παρά μονάχα έναν - και βρίσκεται εδώ. 

Επιτάφιος για ένα σκύλο του Λόρδου Μπάιρον